Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Καλό ταξίδι Νίκο…

Για να δεις την σχετική ιστορία, πάτα εδώ

Γιατρέ μου, αφιερωμένη:

Σκληρό το πλήγμα φίλε μου,
να χάσεις έναν φίλο,
και ειδικά αν “έφυγε”,
“στ’ αμπέλι, σαν τον σκύλο*”…

Ο φίλος είναι σύντεκνοι,
κάποιος που τον διαλέγεις,
μέσα στον κόσμο τον πολύ,
εσύ τον ξεδιαλέγεις…

Δεν είναι σαν… συγγένεια,
πού ‘ναι σαν το… λαχείο(!),
σε κάνει ο φίλος πλούσιο,
είναι ζωής… βραβείο!!!

Φίλος, σαν είναι σύντεκνοι,
άνθρωπος με ουσία,
-να μην κατέει χρήματα-,
αυτό ‘χει σημασία…

Γιατί φίλε τα χρήματα,
τα κάνουν όλα σκάρτα,
αν κάνεις φίλους για λεφτά,
κακή τραβάεις κάρτα…

Σου λέω πως τον πόνο σου,
καλά τόνε κατέω,
γιατρέ, μου έρχονται στιγμές,
που μοναχός μου κλαίω…

Θυμούμαι μ’ αναφιλητά,
ψυχή που έχω χάσει,
-στο λέω για παρηγοριά-,
ο πόνος να κοπάσει…

Εγώ ‘χω χάσει αδερφό,
και φίλο, και παιδί μου,
απ’ όταν ήτονε μικρός,
τριγύρναγε μαζί μου…

Μεγάλωσε, και κάναμε,
πάντα καλή παρέα,
και αδερφός, και φίλος μου,
περνάγαμε ωραία…

Οι μετρημένοι φίλοι μας,
έχουνε αναμνήσεις,
που με τα παρεάκια μας,
είμασταν για…. ειδήσεις!!!

Με πλάκες, μα και τσακωμούς!
-για νά ‘χει… ποικιλία-, :Ρ
έτσι κουτσοπερνάγαμε,
σ’ αυτήν την ιστορία…

Ο Χάρος όμως σύντεκνοι,
τους χρόνους δεν μετράει,
σηκώνει το δρεπάνι του,
κι όποιον τον βρει, χτυπάει…

Τα χρόνια που περάσανε,
δεν μ’ είχανε χορτάσει,
πολύς νωρίς μας έφυγε,
δεν είπε να γεράσει!!!

Θα ήθελα να ζούσαμε,
κι άλλα να διηγούμαι,
μου φαίνεται σαν όνειρο,
όταν ανιστορούμαι…

Παρηγοριά είναι κι αυτή,
καλά σαν τους θυμάσαι,
μονάχος μην αισθάνεσαι,
μονάχος σου, δεν θά ‘σαι…

Έτσα να τση θυμόμαστε,
με γέλιο, -μα και κλάμα-,
και να τση μνημονεύομε,
και νά ‘ναι ισόβιο τάμα!!!

Καθένας, με το τάμα του,
-εγώ τα μαύρα έχω-,
το ίδιο θά ‘κανε κι αυτός*,
και τούτο το κατέχω!!!

Το μαύρο το πουκάμισο,
για πάρτη του κρατάω,
δικά του ειν’ τα χρώματα*,
σε μπλούζες που φοράω…

Του φίλου την ανάμνηση,
καλά να την κρατήσεις,
γιατί -στο λέει…Α.Γ.ιος-,
δεν θα τον συναντήσεις!!!

-Τουλάχιστον για τούτη δώ,
κατάμαυρη την ζήση,
πριν να το πιούμε το νερό,
στης λησμονιάς την βρύση-…

Μονάχα εις τα όνειρα,
θ’ ακούς, θα βλέπεις λίγο,
το πρόσωπο π’ αγάπησες,
πριν πει: “πρέπει να φύγω”…

Θα φεύγει και θα έρχεται,
θα κουβαλά κουβέντες,
με αναμνήσεις της χαράς,
που κάνουν οι λεβέντες!!!

Να μην λυπάσαι φίλε μου,
για το κορμί που φεύγει,
κάποτε θ’ ανταμώσουμε,
αν ο Θεός* το θέλει…

Τον Χρόνο μόνο να μετράς,
που την Ζωή κυλάει,
και ‘κείνον να τον σκέφτεσαι,
πνεύμα που σε φυλάει…

Σου στέλνω συμπαράσταση,
-αυτήν μπορώ να δώσω-,
κι αφήνω την ορμήνεια* μου,
για ν’ αποσυμπληρώσω:

Μαθήματα ο Θάνατος,
τα δίνει κάθε μέρα,
μα πρέπει και να βλέπουμε,
πάντα λίγο πιο πέρα…

Αθάνατοι δεν ήμαστε,
-αφήνουμ’ αναμνήσεις-,
κι εμείς τση κανονίζουμε,
σε πράξεις, και σε… ρήσεις!!!

Το σώμα θα τ’ αφήκουμε,
στης Μάνας-Γης τα σπλάχνα,
και ήμαστ’ ένα… τίποτα,
στου Θάνατου την άχνα…

Ο χρόνος μας είναι μικρός,
που ζούμε στον πλανήτη,
ο άνθρωπος, είναι μικρός,
μπροστά στον… Ψηλορείτη!!!

Οι πράξεις μας, θα μείνουνε,
να μας ακολουθούνε,
μετράει μετά θάνατον,
ανθρώποι τι θα πούνε…

Γι’ αυτό κι εμείς σαν άνθρωποι,
να κάνουμ’ ένα κύκλο,
μην είμαστε… απάνθρωποι,
για νά ‘χουμε τον τίτλο*…

θανών σ’ αμπέλου σκύλος*=σαν το σκυλί στ’ αμπέλι,
σωστά το έγραψα γιατρέ μου;
αυτός*=Είμαι σίγουρος γιατρέ μου -μην με ρωτάς πως το ξέρω, απλώς το ξέρω-, ότι αν εγώ ήμουν στην θέση του, κι αυτός εδώ ζωντανός,
θα έκανε ακριβώς το ίδιο ισόβιο όρκο…
χρώματα*=έχω δύο μπλούζες του (μία κόκκινη, και μία άσπρη), και τις φοράω για να Τον αναστένω, αφού ήμασταν ακριβώς το ίδιο…
Όλη η υπόλοιπη γκαρνταρόμπα, όλα μαύρα απ’ την μέση κι απάνω, και μόνο ολόλευκα από πάνω μέχρι κάτω (κάποιες φορές το καλοκαίρι)…
Θεός*=Αν και μη Χριστιανός, (φτού-φτού, κακά), πιστεύω στην “Θεότητα” του Σύμπαντος, όπου κάθε μας πράξη, έχει, είτε άμεσο, είτε έμεσο αποτέλεσμα, και κάποτε μας γυρνάει τα “ρέστα”…
Ο Δίας πιστεύω, θα μας κάνει την χάρη να μιλήσει στον αδερφό του Άδη, να τους συναντήσουμε στα Ηλύσια Πεδία…
τίτλο*=τον τίτλο του Ανθρώπου, κι όχι του Υπ-ανθρώπου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου